Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Όλες οι ευχές...




Όλες οι ευχές που θέλω να σας δώσω περιέχονται σε αυτή την εικόνα που δανείστηκα από τη Στέλλα.
Αν πρόκειται κάτι κάποτε να αλλάξει σ’ αυτό τον κόσμο, ας είναι ο τρόπος σκέψης εκείνων που κυβερνούν...
Για τους υπόλοιπους, μακάρι να γίνει αυτό σύντομα και να πάψουν να χάνονται άνθρωποι για τα συμφέροντα εκείνων που δεν έχουν ανάγκη να σκεφτούν αν θα βγάλουν μεροκάματο αύριο...
Καλή πρωτοχρονιά!

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η πέρδικα



Έχεις δει το χαριτωμένο περπάτημα της πέρδικας που, ξαφνιασμένη από τον παρείσακτο που εισέβαλε στο βασίλειό της, προσπαθεί φοβισμένη να τον αποφύγει;
Έχεις δει πώς περιμένει τα παιδιά της να την προλάβουν - μη μείνουν πίσω και τα βλάψει ο ίδιος παρείσακτος κι έπειτα έχει τύψεις για το κακό;
Έχεις δει πώς κοντοστέκεται και με πόση γλυκύτητα το μάτι της σε γδύνει από την κορυφή ως τα νύχια, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσδιορίσει/καταλάβει τις διαθέσεις σου;
Έχεις μείνει άναυδος, άπρακτος, άφωνος, απολαμβάνοντας τον αμέτρητο συνδυασμό χρωμάτων, κίνησης και ζωντάνιας; Έχεις νιώσει τιποτένιος απέναντί της;
Την έχεις δει να φεύγει γράφοντας εκείνη τον επίλογο σ' αυτό το απρόσμενο αντάμωμα;
Εκείνη τη στιγμή τί χρειάζεσαι περισσότερο; Τη φωτογραφική σου μηχανή ή την καραμπίνα σου;
Έχεις δει αυτοκίνητα με ζευγαράκια που, μετά το «δείπνο», πετούν από το παράθυρο κουτιά πίτσας, χαρτιά από σουβλάκια, αλουμινόχαρτα από μακαρονάδες και κουτάκια από αναψυκτικά;
Έχεις δει μετά τον «απόδειπνο» να πετούν και τα προφυλακτικά και τα κουτάκια και τα χαρτομάντηλα;
Έχεις δει φορτηγάκια να ανεβαίνουν στο βουνό κουβαλώντας στην καρότσα τους σκουπίδια, άχρηστες οικοσκευές, ψόφια κατοικίδια, μπάζα, κουβέρτες, χαρτιά, σακούλες και να τα αδειάζουν όπου τους βολεύει;
Εκείνη τη στιγμή τί χρειάζεσαι περισσότερο; Τη φωτογραφική σου μηχανή ή την καραμπίνα σου;
Έχεις δει εκείνους που ανεβαίνουν στο βουνό το πρωί της Κυριακής για να περπατήσουν, να απολαύσουν το πανέμορφο - κατά τ' άλλα - τοπίο; Κι εκείνους που πάνε με τη μοτοσυκλέτα τους να κατακτήσουν την κορυφή του και να επιστρέψουν ανανεωμένοι αργότερα;
Έχεις δει το κομμένο καβούκι της χελώνας που -μάλλον τυχαία - επέζησε και το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της όταν σε βλέπει να ζυγώνεις - χωρίς να το ξέρεις - κοντά της;
Έχεις ρωτήσει το βουνό, τί χρειάζεται περισσότερο; Τί το ενοχλεί;
Έχεις ακούσει τη φωνή της φύσης;
Έχεις προσπαθήσει να κρατήσεις την ανάσα σου για να αφουγκραστείς και την πιο μικρή νότα της, αποδίδοντας σεβασμό στο τραγούδι της, φοβούμενος μη διακόψει;
Έχεις νιώσει παραβάτης αυτής της απόλυτης συμφωνίας;
Έχεις φωνάξει ποτέ: «Ρέεε, αυτό το βουνό είναι δικό μας, δικό μου...»;

Έχεις δει το παράπονο της πέρδικας;

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Μια βόλτα στο βουνό...

Αυτή την Κυριακή κάντε κάτι διαφορετικό: τολμήστε να κάνετε μία βόλτα στο βουνό. Αφήστε για λίγο την απομόνωση της πόλης και περπατήστε στους δρόμους του βουνού για όση ώρα θέλετε, με μοναδικά εφόδια λίγο νερό και κέφι για κάτι άλλο. Ίσως και την εφημερίδα σας και, αν θέλετε να μείνετε περισσότερο, κάτι φαγώσιμο για πρωινό.
Ξυπνήστε λίγο νωρίτερα για να προλάβετε να δείτε τον ήλιο να ανεβαίνει. Για να αναπνεύσετε τον αέρα που κατεβάζει μαζί του την πρωινή δροσιά, το ξύπνημα.
Φορέστε τη φόρμα σας ή ό,τι πιο απλό θέλετε. Κανείς δε θα σας κατηγορήσει γι' αυτό. Και έτσι λιτά, αφήστε τη φύση να σας δείξει το δρόμο.
Περπατήστε όλο και πιο ψηλά, εκεί που δεν ακούγονται οι θόρυβοι της πόλης και αφουγκραστείτε τους θορύβους του βουνού...
Σταματήστε όταν κουραστείτε. Δεν υπάρχει βία. Κανείς δε σας πιέζει για τίποτα. Κι όποτε θέλετε, επιστρέψτε. Αν πάλι συνεχίσετε, απολαύστε τη θέα από όποιο σημείο βρίσκεστε.
Μη νομίζετε πως θα είστε μόνοι σας. Θα δείτε πολλούς να περπατάνε στην ίδια ή στην αντίθετη κατεύθυνση. Άλλοι μάλιστα, τρέχουν. Μη διστάσετε να τους πείτε μια χαμογελαστή “καλημέρα”. Ίσως και να μην προλάβετε γιατί θα σας πουν εκείνοι. Νιώστε την ανάγκη να πείτε μια καλημέρα σε κάποιον άγνωστο. Μπορείτε να συζητήσετε μαζί τους. Έχετε πολλά να πείτε ξεκινώντας από τον... καιρό.
Και όσο περισσότερο όμορφα αισθάνεστε τόσο περισσότερο θα θέλετε να περπατάτε. Να φτάσετε εκεί που ίσως δεν έχετε ξαναπάει. Τα όρια τα βάζετε εσείς. Τολμήστε!
Πάρτε μαζί και τα παιδιά σας. Αφήστε τα να πάνε όπου θέλουν. Να παίξουν κυνηγητό, μπάλα. Ευκαιρία για καλύτερη επαφή μαζί τους.
Πάρτε μαζί τους φίλους ή συγγενείς σας. Ανακαλύψτε μαζί τις ομορφιές του βουνού. Εκείνοι που μένουν στο κέντρο της Αθήνας μας ζηλεύουν, επειδή έχουμε το προνόμιο να ζούμε δίπλα στο βουνό. Ας το εκμεταλλευτούμε και ας τους φέρουμε κι εκείνους μαζί μας...
Και παρ' όλο που θα έχετε περπατήσει αρκετά, δεν θα είστε κουρασμένοι. Το αντίθετο· θα είστε ανάλαφροι επειδή κάνατε κάτι που ίσως δεν τολμήσατε να κάνετε μέχρι σήμερα. Εξάλλου το οξυγόνο θα σας ωφελήσει σίγουρα...
Και αν αυτή την Κυριακή κάνει κρύο ή βρέχει, υπάρχουν κι άλλες Κυριακές. Αν μάλιστα τύχει να έχει βρέξει την προηγούμενη μέρα, απολαύστε τη βόλτα με όλες σας τις αισθήσεις.
Αν ανήκετε σε αυτούς που ξενυχτάνε τα βράδια του Σαββάτου και άρα την Κυριακή δεν ξυπνούν νωρίς, ε, γι' αυτό αξίζει μια αλλαγή. Τολμήστε να κάνετε κάτι διαφορετικό.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Η ζωή...

Κείνη τη μέρα την έβριζα απ’ το πρωί. Λες κι ήταν εχθρός! Λες κι έφταιγε εκείνη για όλες τα αναπάντεχα στραβά! Κι ήταν - πράγματι - μια μέρα με τις περισσότερες αναποδιές! Νευριασμένος, ξεστόμιζα το παράπονο, ανάμικτο με δόση αγανάχτισης κι απελπισίας μαζί, απ' το πρωί: «Πουτάνα ζωή...»!
Το ίδιο βράδυ την είδα στον ύπνο μου. Περπατούσα - λέει - σ' ένα δρόμο χωμάτινο, με πανύψηλα δέντρα στις άκρες του και φωτισμό λιγοστό. Θαρρώ πως είχε καταχνιά. Κοντοστάθηκα μια στιγμή κι αφουγκράστηκα γύρω μου. Τότε την είδα να 'ρχεται προς το μέρος μου.
Δεν τρόμαξα! Τό'ξερα πως ήταν Αυτή. Μα, δε μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά της. Ούτε μπορώ τώρα να περιγράψω πως έμοιαζε! Δε μπόρεσα να ξεχωρίσω καν το χρώμα των μαλλιών της!
- Εγώ είμαι, μου είπε...
- Το ξέρω, απάντησα, προσπαθώντας να το παίξω ψύχραιμος...
- Ελα μαζί μου...
Λες κι είμαστε φίλοι κολλητοί από χρόνια, επικοινωνούσαμε μ'ένα κώδικα μοναδικό, που μόνο εμείς κατανοούσαμε!
Βαδίζαμε κατά τη μεριά που πήγαινα απ’ την αρχή. Δεν μιλούσαμε· η ζωή μιλά με το δικό της τρόπο. Σ' αφήνει να πας κοντά της και να πορευτείτε μαζί. Κι ούτε σε μαλώνει, ούτε σε συμβουλεύει, ούτε σε κρίνει. Είναι δικές σου οι αποφάσεις. Εκείνη, απλώς, είναι μαζί σου και σε συντροφεύει.
«Ο δρόμος είναι ίδιος ως το τέλος», είπε ξαφνικά και η φωνή της ήταν τόσο γλυκιά στ' αυτιά μου που αυθόρμητα ρώτησα: «Τί είπες;», σαν τάχα να μην είχα ακούσει καλά, έτσι, για να μιλήσει πάλι! Και συνέχισε:
«Έχει μικρότερα δρομάκια δεξιά κι αριστερά που αν θέλεις ακολουθείς και που πάλι σε βγάζουν στον κεντρικό δρόμο, λίγο πιο κάτω. Εγώ, θα έρχομαι πάντα μαζί».
«Το ξέρω», της απάντησα κι έκανα λίγο δεξιά, δείχνοντας πρόθεση να στρίψω στο επόμενο σοκάκι (πονηρά σκεπτόμενος), για να τη δοκιμάσω! Την τελευταία στιγμή έστριψα απότομα και συνέχισα να βαδίζω στον κεντρικό δρόμο. Με ακολούθησε σαν πιστός φίλος, σαν σκιά και συνέχισε πλάι μου.
Δε με ρώτησε γιατί άλλαξα πορεία. Δεν πονηρεύτηκε να σκεφτεί ότι την πείραξα. Μόνο συνέχισε να βαδίζει δίπλα μου αμίλητη!
- Γιατί δε λες κάτι; Πες ποιο είναι το σωστό! Βοήθα με! Μίλα
μου...
- Είμαι δική σου!
- Αυτό μόνο; Τίποτ' άλλο; Σαν γυναίκα κι εσύ, μυστήρια! Γρίφος δύσκολος κι ακατανόητος! Ένας γόρδιος δεσμός που δεν ξέρω πώς να τον λύσω! Ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες και γερά νεύρα! Με κουράζεις!
Έκανα να σκύψω, να δω την έκφραση του προσώπου της, να καταλάβω αν την πείραξαν τα λόγια μου τόσο, όσο με πείραξαν εμένα τα δικά της. Επιτάχυνε το βήμα της κι απέφυγε τη ματιά μου!
Προσπαθούσα να τη φτάσω και απ' την αγωνία μου... ξύπνησα! Θυμωμένος, έφερα στο μυαλό μου απ’ την αρχή τη συνάντηση μας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κατανοήσω το βαθύτερο νόημα της· αν αυτό υπήρχε...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Η βροχή μου...

Στην αγκαλιά του μ' έχει πάλι το βουνό!
Στην αγκαλιά του αφήνομαι κι εγώ να με κρατά σαν δεύτερος πατέρας. Βρέχει δυνατά. Είναι μια ακόμα σκοτεινή μέρα.
Ρυθμικά χτυπούν οι στάλες πάνω στ’ αμάξι μου, σαν να θέλουν να μπουν μέσα. Τί καλύτερη παρέα για να περάσει κι αυτή η ώρα;
Γέμισε το παρμπρίζ μου στάλες. Μέσα, νώτισαν τα τζάμια. Χάθηκε απ’ τα μάτια μου η πόλη• δε μπορώ να δω. Άλλες στάλες με ορμή σπρώχνουν βίαια τις πρώτες και κυλούν στο καπό. Όλες μαζί ενώνονται, σχηματίζουν ρυάκια και κυλούν. Ενώνονται στην ΚΑΤΗΦΟΡΑ!
Φλερτάρουν με τις διπλανές, αγκαλιάζονται σε ακανόνιστα σχήματα και αφήνονται. Προσκαλεί η μία την άλλη: «Έλα, πάμε. Αφήσου, το ταξίδι δεν τελείωσε»!
Χτυπιούνται, αλλάζουν δρόμο και τρέχουν. Δείχνουν να διασκεδάζουν σ' ένα πρωτότυπο και παράξενο παιχνίδι.
Λίγη ώρα νωρίτερα έσπασαν τα δεσμά τους, έκοψαν τον ομφάλιο λώρο κι αποχαιρέτησαν τη μητέρα - σύννεφο. Για ένα ταξίδι - το πρώτο και το τελευταίο - χωρίς επιστροφή. Κι έπεσαν πάνω μου• για να γράψουν τον επίλογο.
Οι υπόλοιπες πέφτουν δίπλα μου. Οι «δικές μου» σταγόνες φαίνεται πως ήταν τυχερές: κέρδισαν λίγο χρόνο ακόμα πριν γίνουν ένα με το χώμα και χαθούν μέσα του. Για να διασκεδάσουν και να παίξουν λίγο περισσότερο στο τζάμι μου.
Πατάω ξαφνικά το κουμπί και ο καθαριστήρας τις διώχνει όλες. Τις ΕΝΩΝΕΙ όλες πιο γρήγορα και χάνονται. Σε λίγο, άλλες πάλι γεμίζουν το τζάμι και το παιχνίδι συνεχίζεται.
- Εδώ παιδιά! Στ' αμάξι μου να έρθετε όλες! Μη χάνεστε ακόμα! Πάρτε και τη δική μου βροχή μαζί σας να παίξετε! Σύννεφο κι εγώ που βάρυνε πολύ. Χορέψτε όλες μαζί τον τελευταίο χορό ν' αλαφρώσω κι εγώ! Ελάτε, ελάτε να δούμε, πού βρέχει πιο πολύ; Έξω ή μέσα...;

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Πώς πάει...;


Ήταν ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό που λες και ήρθε για να μας ζητήσει «συγγνώμη» για τις πρόσφατες, ασταμάτη­τες και δυνατές βροχο­πτώσεις. Όλοι άρπαξαν τη μοναδική αυτή ευκαιρία και γέμισαν την παραλιακή καφετέρια για να βρεθούν με την παρέα τους και να απολαύσουν το καφεδάκι τους!
Με την ίδια αφορμή κι ε­γώ, είχα πιάσει από ώρα μια καλή θέση και προσπαθούσα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου. Παρατηρούσα τον κόσμο δίπλα μου με έντονο βλέμμα, προσπαθώντας να διαπε­ράσω την εξωτερική όψη τους και να δω βαθύτε­ρα! Η πιθανότητα να με παρεξηγήσουν ήταν δυνα­τή. Κανείς όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για μένα· ήταν όλοι προσηλωμένοι στις συζητή­σεις της παρέα τους και η παρουσία μου τους ή­ταν μάλλον αδιάφορη! Ωστόσο, καλά θα έκανα να είμαι πιο διακριτικός...
«Διασκέδαζα» αφάνταστα! Μέχρι τη στιγμή που το μάτι μου «έπιασε» ένα ερωτευμένο ζευγαράκι - όχι πάνω από 20 χρονών - που έμοιαζε να είναι στον δικό του κόσμο: εκείνος κοιτούσε εκείνη στα μάτια κι εκείνη εκείνον! Κρατούσε ο ένας τα χέρια του άλλου και μόνο τα χείλη τους κινούνταν!
Αστραπιαία, σαν περισκόπιο, έστρεψα το βλέμ­μα μου στους υπόλοιπους θαμώνες και τους... ε­πανεξέτασα: ένα ζευγάρι με τα δύο του μικρά παιδιά προσπαθούσε να τους επιβάλλει ησυχία για να ηρεμήσει λίγο, τρεις γυναίκες μόνες - γύρω στα 30, σκεφτικές κι αγέλαστες, σκότωναν την ώ­ρα τους, δύο καλοντυμένοι, άχρωμοι και άοσμοι κύριοι με γραβάτες, διάβαζαν οικονομικές εφημε­ρίδες και ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, στο κέντρο σχεδόν της σάλας, με σοβαρότητα συζητούσαν για τα χρόνια που πέρασαν, για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, για τα πράγματα που όλο αλλά­ζουν. Ήταν κι άλλες παρέες, πάνω - κάτω στα ίδια πλαίσια.
Τα μάτια μου, φωτογραφικές μηχανές, απαθα­νάτιζαν κάθε κίνηση σε όλο το χώρο· τ' αυτιά μου, κοριοί κατασκοπικοί, κατέγραφαν κάθε συνομιλία! Είχα στο χέρι το στυλό μου και κάθε τόσο, σκεπτι­κός και σοβαρός, κρατούσα σημειώσεις στο τε­τράδιο.
Κι αν οι συγγραφείς είναι κατά κάποιο τρόπο «κλέφτες» (κατά πως λένε μερικοί), κλέφτης αι­σθανόμουν κι εγώ εκείνη τη στιγμή! Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με ήρωες όλους αυ­τούς, που εκείνη την ώρα πίναμε καφέ μαζί!
Κατέγραψα όλες τις γκριμάτσες τους και κάθε τους κίνηση! Τους παρατηρούσα για ώρα πολλή. Και σκέφτηκα την πορεία μας. Την πορεία της ζω­ής μας. Της δικής μου οικογένειας, των συγγενών, των φίλων και των γνωστών.
Κι όταν πριν από λίγες μέρες βρέθηκα σε γενέ­θλια με πολλά φιλικά μου ζευγάρια, δεν κρατήθη­κα: «Παιδιά, πως πάει η ζωή σας;».

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Όμορφα που καίγονται οι θύμησες!



Χαρτιά, γράμματα, σχέδια, θύμησες μιας εποχής που πέρασε, χω­ρίς επιστροφή, όλα δι­πλωμένα σ’ ένα σημερνό χαρτί, φάκελο - «κάσα», που τα περιέχει όλα, έ­τοιμα για το μεγάλο ταξί­δι, το στερνό.
Ανηφόρα, καινούριο α­μάξι και το «θυσιαστήριο» ψηλά. Πού αλλού; Στο βουνό. Στο δικό μου βουνό. Εκεί που αρχίζουν όλα, εκεί πρέπει και να τε­λειώσουν· επιστροφή στα πατρώα εδάφη! Αλλά με άλλο σκοπό πια: το τέλος...
Εκεί, στο παλιό νταμάρι, εκεί που είναι θαμένοι τό­νοι σκουπιδιών κάτω από τόνους χωμάτων. Εκεί που τώρα μια νέα ζωή εμφανίζεται (πρασίνισε ο τόπος!). Εκεί, πάνω απ' τα σκουπίδια!
Ένα, δύο, τρία, πέντε σπίρτα και το... ολοκαύτωμα ξεκινά. Όμορφα που καίγονται οι θύμησες!
Απομακρύνομαι, για να μην καώ μαζί τους· και πάλι πλησιά­ζω για να μυρίσω, να ρουφήξω μέσα μου κάπνα πα­λιά, κάπνα πόνου και χαράς, με ίχνη μελάνης και χαρτιού ανακατεμένη, κάπνα ιδεών και σκέψεων...
Ό,τι πονάει, να φύγει. Να μη με πονάει πια. «Καείτε όλα στην πυρά... και τα καλά μαζί... όλα... Στην πυ­ρά... καείτε, καείτε...!»
Ανακατεύω μ' ένα κλαδάκι πεταμένο, ελάχιστη προσφορά του δέντρου που κόπηκε για την ευόδω­ση του ολέθριου σχεδίου μου. Για την τέλεια, την ο­λοκληρωτική καύση!
Εκεί δίπλα, το ραδιόφωνο παίζει ένα ζεϊμπέκικο για μένα μόνο! Ανοίγω την ένταση τέρμα· ποιον ενοχλώ εδώ πάνω; Χορεύω γύρω απ’ τη φωτιά, σαν να θέλω να διασκεδάσω τον πόνο μου - τον πρώτο ή το δεύτερο, δεν έχει σημασία! Χο­ρεύω φιγούρες δικές μου, αυτοσχέδιες, μοναδικές, ανύπαρκτες... Τέτοιες που δε φανταζόμουν πως ή­ξερα!
Στο μυαλό μου η μεγάλη... φωτιά του Κούρκουλου! Η δική μου μικρή και το τραγούδι άλλο. Ο σκοπός μόνο ίδιος: η λύτρωση, η κάθαρση...
Η Αθήνα όλη στα πόδια μου. Ανοίγω τα χέρια και βηματίζω χορευτικά. Όλοι οι Αθηναίοι «χτυπούν» πα­λαμάκια στο θύτη: «Μπράβο, μεγάλε…!» Απογειώνομαι. Χέρια - φτερά, πόδια - πηδάλιο, καρδιά - μηχανή και όλοι δίπλα μου, γύρω μου. Πετώ πιο ψηλά κι απ’ τον καπνό της φωτιάς που άναψα…
Κι ύστερα... το τραγούδι τέλειωσε! Προσγειώνο­μαι δίπλα στ’ αυτοκίνητο, δίπλα στη φωτιά. Τέλειω­σε κι αυτή. Ανακατεύω ξανά με το κλαδάκι, καλά - κα­λά, με μίσος κι αγάπη μαζί, να σπάσουν οι στάχτες σε χιλιάδες, εκατομμύρια, αμέτρητα κομματάκια καμέ­νης ύλης, πιο ανάλαφρης κι από πούπουλο, απομει­νάρια καλών και κακών στιγμών· να χαθούν… Τίποτε να μη μείνει - τίποτε...
Το «αύριο» μου χαμογελά.
Όμως, το «σήμερα» είναι δίπλα μου:


Πάω να πάρω τον έλεγχο της κόρης μου...

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Μπαρόλογα...


Το προηγούμενο βράδυ είχε βγει με τους φίλους του. Όχι, όχι αντροπαρέα· και γυναίκες μαζί. Ήταν μάλιστα κι άλλες τρεις από το χορευτικό, ά­γνωστες για τους υπό­λοιπους άντρες.
Γρήγορα έγιναν μια εύθυμη πα­ρέα που άδειαζε α­στραπιαία τα ποτήρια της λες και είχε άγχος μην τελειώσει το ποτό· μην έρθουν άλλοι και το πιουν!
Μετά τις απαραίτητες συστάσεις και όταν ήρ­θαν τα δεύτερα και τα τρίτα, χαλάρωσε η παρέα και είπε εκείνος το πρώτο ανέκδοτο: «Ήταν ένας Ιταλός...»
- Ξέρω κι εγώ ένα καλό, είπε ο δεύτερος: «Μια φορά...»
Η παρέα έδενε· περνούσε όλα τα τεστ. Αλλά μετά από λίγη ώρα, ξαφ­νικά, βουβάθηκε. Ξέρετε, αυτή η βουβαμάρα, που απλώνε­ται όταν εξαντλούνται τα ανέκδοτα, οι φιλοφρο­νήσεις, οι δοκιμές και τα κουτσομπολιά.
Και τώ­ρα;
Τη σιωπή έσπασε ο «πολυταξιδεμένος». Στο τραπέζι πλέον, εκτός από τα τέταρτα και πέμπτα ποτά, έπεσε ένα θέμα σοβαρό, έτσι για να δοκιμα­στεί η παρέα και στα δύσκολα:
«Στο Βέλγιο, όταν δουν πεζό οι οδηγοί, σταματά­νε ακαριαία. Όχι όπως εδώ, που βρίζουμε και μου-τζώνουμε: "Πού πας κυρά μου με το καροτσάκι; Εδώ περνάω εγώ, είσαι επικίνδυνη”».
Ο πιο ψύχραιμος πήρε το λόγο παραγγέλνο­ντας ταυτόχρονα, ένα ακόμη γύρο: «Μια μέρα που πήγαινα τα παιδιά μου στο σχολείο κινδυνεύσαμε να γίνουμε αλοιφή κάτω από ένα φορτηγό που κατέβαινε τη λεωφόρο. Τι να σου κάνουν και οι σχολικοί τροχο­νόμοι...;»
Εκείνος δεν είχε ανάλογη εμπειρία. Καρφώθηκε όμως στο μυαλό του ότι πρέπει να σέβεται τους πεζούς και να τους παραχωρεί προτεραιότητα. Άνθρωπος με βαθιά συναίσθηση του καθήκοντος εκείνη τη στιγμή, ανάμεσα σε ποτά και σε σφηνάκια, αποφάσισε: «Από αύριο θα προσέχω περισσό­τερο. Αν δεν αλλάξουμε ένας - ένας δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτα στην Ελλάδα μας».

Και ήρθε το «αύριο». Και μαζί του έφερε και την πολυπόθητη ευκαιρία για να αποδείξει πόσο άλ­λαξε: Επιστρέφει από τη δουλειά του. Κατεβαίνει την κεντρική λεωφόρο - στο τρίτο στενό θα έστρι­βε δεξιά - και ένας ηλικιωμένος περιμένει στη γω­νία με τσάντες από το σουπερ-μάρκετ φορτωμέ­νος, να σταματήσει η κυκλοφορία των αυτοκινή­των για να περάσει απέναντι.
Σταδιακά άρχισε να ελαττώνει ταχύτητα για να καταλάβει ο ηλικιωμένος και να του δώσει το πε­ριθώριο να περάσει. Όσο πλησίαζε, τόσο ελάττω­νε ταχύτητα. Κι όταν έφτασε σχεδόν δίπλα του, έ­σκυψε το κεφάλι για να τον διακρίνει και να του κάνει νόημα, ευγενικά, με το χέρι να περάσει. Τον πρόλαβε όμως ο συμπαθής γεράκος:
«Άντε βρε μακάκα! Σε βλέπω από πάνω και περιμένω να περάσεις τόση ώρα! Κόπηκαν τα χέρια μου να κρατάω τις τσάντες...»!

Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2008

Παλιά γράμμματα



Πήραμε «κομπιούτερ»
και συνδεθήκαμε
στο «ίντερνετ»·
πήραμε και κινητό.
Μεταλλάχτηκαν
οι επιστολές μας
σε «e-mails»,
με γράμματα όμοια
κι απαράλλαχτα - ψυχρά· όχι του σχολείου.


Γυάλιζε απ’ τον ιδρώτα το μέτωπο του δασκάλου
που πάσχιζε να μας διδάξει καλλιγραφία...


Εδώ και χρόνια μηδενίσαμε τις αποστάσεις·
σήμερα, σχεδόν τις εξαφανίσαμε
και φτιάξαμε τη ζωή μας
σαν έργο επιστημονικής φαντασίας.

Το σκούρο καφέ, δερμάτινο σακίδιο του ταχυδρόμου
φούσκωσε. Γέμισε φακέλους άλλους,
με «Πληρωμένο Τέλος», χωρίς γραμματόσημα.
Γράμματα πια, δεν ξεκινούν ποτέ·
ούτ’ έρχονται ποτέ,
απ’ τα Γιάννενα, απ' τη Γερμανία,
απ’την Πετρούπολη...


Πέταξε η χαρά της καλής γραφής·
έπαψε το καρδιοχτύπι της προσμονής,
της ελπίδας, της αγωνίας...


Οι δρόμοι φαρδύνανε κι απλώθηκαν.
Τ' αυτοκίνητα, πιο δυνατά και πιο ευρύχωρα,
φτάνουν γρηγορότερα στο χωριό.
Γλυκό παράπονο στ' αυτί - σαν παραμύθι της γιαγιάς -

τ’ αλλοτινό ολοήμερο ταξίδι...

Κι όλα αυτά,
για να φτάνουμε πριν από τους άλλους,
για να μαθαίνουμε τα νέα γρηγορότερα,
για να ’μαστε εμείς οι πρώτοι.

Άλλα πράγματα προσμένουμε τώρα, άλλα ελπίζουμε,

γι άλλα αγωνιούμε, μ' άλλο χρώμα και μ' άλλο παλμό.


Παλιά γράμμματα κι εγώ διδαγμένος,
προσπερνώ (προσώρας) τα καινούρια.
Νοσταλγός τ’ αδικοχαμένου,
προσπαθώ ν' αποκτήσω Εκείνο
που δεν πωλείται.


Κάθε νέα μου σκέψη ωριμάζει αργά,

γίνεται γράμμα και το στέλνω.

Μ’ επιμονή κι ελπίδα,

συνεχίζοντας...

Δευτέρα, 11 Φεβρουαρίου 2008

Ο Ιούδας...


Αποφάσισα κάποτε να δώσω την ευκαι­ρία στον «Ιούδα που φιλούσε υπέροχα» να μου αποδείξει την αξία του. Να καταλάβω επιτέλους, τι το αξιόλογο, τι το δια­φορετικό έχει αυτό το βι­βλίο και γιατί η τηλεόρα­ση το έκανε σίριαλ. Ήταν τόσο καλό, που έπρεπε να το δει όλη η Ελλά­δα σε… εμπορικές συνέχειες, λίγο – λίγο, όπως το φαρμάκι;
Όταν έκλεισα το βιβλίο, αισθάνθηκα ά­δειος. Το κοίταξα, με κοίταξε κι εκείνο και ο «Ιούδας» έβγαλε τη γλώσσα του και με περιέπαιζε:

- Την πάτησες...

- Με πρόδωσες…

Άλλη μία ιστορία αγάπης από αυτές που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε και να ακούμε. Άλλη μία πρωταγωνίστρια που χρησιμοποίησε το πανούργο μυαλό της με «κατινίστικο» τρόπο - ας με συγχω­ρήσουν όλες οι Κατερίνες για την από συνήθεια χρήση του ονόματος - για να την «φέρει» στον μπαγάσα σύζυγό της! Κι έπειτα η ικανοποίηση: «Μία σου και μία μου».
Πλήρης απογοήτευση. Μετά από αυτό χρειαζό­μουν ψυχολογική ανόρθωση. Χρειαζόμουν ηρε­μία Χρειαζόμουν ένα... ταξιδάκι.
Και πήρα το βιβλίο «Σαν τα τρελά πουλιά» της Μαρίας Ιορδανίδου. Μικρότερο από τον «Ιούδα», μα πόσο μεγαλύτερο! Βιβλίο μιας άλλης εποχής. Με ταξίδεψε στην Πόλη, στη Σμύρνη, στην Αλεξάν­δρεια, στην Αθήνα. Έμαθα πράγματα για την επο­χή πριν το ’50.
Αλλά, γνώρισα και το μεγαλείο της ηρωίδας, της Άννας, που, ενώ ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί της και ζούσε μέσα στην προσφυγική μιζέρια, ό­ταν ανακάλυψε ότι ο άντρας της την απατούσε, περίμενε να φάνε μαζί το μεσημέρι και έπειτα πή­γαν στην κάμαρά του και του είπε. «Ξέρω. Και τώ­ρα που το ξέρεις πως το ξέρω έλα να αποφασί­σουμε σαν δυο καλοί σύντροφοι πώς πρέπει να λύ­σουμε τα προβλήματα μας».
Τίποτε άλλο δεν είπε η ηρωίδα. Φυσικά το βιβλίο δεν έχει να κάνει με το ποιος απατάει ποιον και γιατί. Το προσπερ­νάει, θεωρώντας το ένα κομμάτι του μύθου και το αναφέρει επειδή βοηθάει την εξέλιξη.
Και μέσα σε δύο μόνο γραμμές σου δίνει το μεγαλείο της ψυχής μιας γυναίκας, που μέσα σε όλα τα προβλήματά της είχε να αντιμετωπίσει ακόμα κι αυτό! Και το καταφέρνει, με μια λογική απόλυτα ξεκάθαρη, χωρίς να είναι αυταρχική, χωρίς να επιβάλλεται και χωρίς να συγκρούεται…

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2008

ΕΤ - 47


1.100 χιλιόμετρα μακριά απ’ την πρώτη γραμμή του μετώπου κι όμως την τουφεκιά την άκουσε! Τό­σο δυνατά, που πετάχτηκε αλαφιασμένος στον ύπνο του: «Το παιδί μου!»
Δεν έχασε στιγμή. Ντύ­θηκε αμέσως, πήρε μαζί του χαρτιά, ταυτό­τητα, λεφτά και ό,τι σκέ­φτηκε εκείνη την ώρα κι έφυγε σαν αστραπή...
1.100 χιλιόμετρα! Είχε όλο τον καιρό μπροστά του, ο μεσήλικας Πέτρος Ραβούσης, να σκεφτεί, να θυμηθεί, να κρίνει όλη toy τη ζωή. Μια ζωή όλο δουλειά· απ’ τα δεκάξι του χρόνια μέσα στο ίδιο εργοστάσιο. Μια μονότο­νη ζωή που το μόνο που άλλαζε ήταν οι προαγω­γές του. Μια ζωή που ί­σως δεν είχε νόημα πια…
180 χιλιόμετρα την ώρα, 200 καμιά φορά, έτριζε τ’ αυτοκίνητο. «Να φτάσω! Να δω το γιό μου. Τον μονά­κριβό μου.» Δεν έβλεπε άλλο τίποτα· μόνο τα σύ­νορα. «Φτάνω;»
Δώδεκα ώρες δουλειά τη μέ­ρα. Εκείνη η Δευτέρα θα ήταν η μόνη μέρα, εδώ και 34 χρόνια, που θα ήταν α­δικαιολογήτως απών από την εργασία του. Ρομποτάκι σωστό, αλάνθαστο, κάθε μέρα την ίδια δου­λειά.
Υπεύθυνος παραγωγής. «Εγώ θα βάλω την υπογρα­φή μου για να φύγει το ε­μπόρευμα.»
Αν δεν υπέγραφε αυτός, τίποτα δεν έβγαινε έξω α­π’ το εργοστάσιο. «Να δουλεύουν καλά!» Αυστη­ρός με τους υφισταμέ­νους του, ήθελε την τέ­λεια δουλειά. Απαιτούσε να δίνουν οι εργαζόμενοι και την ψυχή τους ακόμα. «Δεν θέλω λάθη», φώναζε α­π’ το πρωί ως το βράδυ.
Άλλωστε και οι προϊστά­μενοί του ήταν αυστηροί μαζί του: «Δεν θέλουμε να γίνουμε ρεζίλι στους ξέ­νους. Θα πάψουν να αγο­ράζουν από μάς. Μη φύ­γει τίποτα χαλασμένο απ’ αυτά που γίνονται εξαγω­γή. Για τα δικά μας δεν πειράζει!»
Κι εκείνος έτρεχε πάνω - κάτω σ’ όλα τα πόστα για να δει, να πιάσει με τα χέ­ρια του, να ελέγξει.
«Είναι καλά; Δουλεύουν σωστά;»
Γι αυτό και η α­μοιβή του ήταν απ’ τις υ­ψηλότερες. Έκανε καλή δουλειά.
Τώρα όμως, που είχε ξε­σπάσει ο πόλεμος, τώρα όλες οι δουλειές έκοψαν. Μόνο η δική του δουλειά δε στα­μάτησε. Συνέχισε να δου­λεύει και μάλιστα, περισσότερο από πριν.
Οδηγούσε και μονολογούσε: «Ο γιος μου, ο μονάκρι­βός μου, με ρώτησε: ‘‘Γιατί μπαμπά γίνεται πόλεμος;’’ τότε, πριν δώδεκα χρόνια που ήταν οκτώ χρόνων, και του απάντησα: ‘‘Αν δεν υπάρχει ο πόλεμος, παιδί μου, δεν έχει αξία η ειρή­νη.’’ Άραγε καταλάβαινε τότε τι του έλεγα; Γρήγο­ρα να φτάσω…»
Πάταγε γκάζι να φτάσει, να δει, να μάθει. Περνού­σαν τα χιλιόμετρα και νό­μιζε πως ακόμα δεν ξεκί­νησε. Νόμιζε πως είδε ένα κακό όνειρο. Αλλά όχι, την τουφεκιά την άκουσε, κι ας ήταν 1100 χιλιόμετρα.
- Ανοίξτε! Θέλω το διοι­κητή. Πέτρος Ραβούσης απ’ το Κέντρο.
- Περάστε.
- Κύριε διοικητά, ο γιος μου που είναι;
- Δυστυχώς...
Αυτό το «Δυστυχώς» ή­ταν η δεύτερη τουφεκιά που τον βρήκε ίσια στην καρδιά.
- Τι όπλο τον χτύπησε κ. Διοικητά;
- ..........!
- Τι όπλο;
- ΕΤ-47… !
- Ώστε, δουλεύουν καλά, κύριε Δι­οικητά. Σωστά υπέγραφα! Δουλεύουν καλά…

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2008

Ο μπάρμπα - Γιάννης



Κοντά στα σύνορα με την Αλβανία, 50 χιλιόμετρα έξω απ’ τα Γιάννενα, βρίσκεται ένα χωριό που η ιστορία του ξεκινά απ’ τα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Φυγάδες απ’ το Σούλι ήταν οι πρώτοι χωρικοί που αποφάσισαν να αφήσουν τα πάτρια χώματα και ανέβηκαν στο ψηλότερο βουνό, τον Κασσιδιάρη κι έχτισαν εκεί τα πρώτα σπίτια, σε σημείο που δεν τα έβρισκαν οι Τούρκοι.
Πολύ αργότερα, το 1960, αποφάσισαν οι κάτοικοι να ιδρύσουν το νέο χωριό πιο χαμηλά, για να βρίσκονται πιο κοντά στα Γιάννενα.
Χαλάσματα πια, τα παραδοσιακά, πέτρινα σπίτια του παλιού χωριού. Και τη γύρω περιοχή, την αιματοβαμμένη άλλοτε από εχθρούς και άλλοτε από αδελφούς, χρησιμοποιούν πλέον ως τόπο βο­σκής για τα ζώα τους κάποιοι τσοπάνηδες που έρχονται από την Ηγουμενίτσα κάθε καλοκαίρι…
Ο μπάρμπα - Γιάννης με το δασύ μουστάκι και το ηλιοκαμένο, σκαμμένο πρόσωπό του με κέρασε ούζο και φρέσκια φέτα:
«Όμορφα είναι εδώ. Μόνοι μας βέβαια, αλλά χωρίς να έχουμε κανένα πάνω από το κεφάλι μας· μόνο τον ουρανό και τον ήλιο. Δεν έ­χουμε ούτε ρεύμα ούτε τηλέφωνο, αλλά είναι όμορφα. Κρίμα που το εγκατέλειψαν το χωριό αυτό.»
Εκεί λοιπόν, «τέρμα Θεού», που την απόλυτη ησυχία διαταράσσουν με τις φωνές τους τα χιλιάδες που­λιά και τα ζώα των τσοπάνηδων, εκεί που δεν υπάρχει ρεύμα κι ούτε πρόκειται ποτέ να πάει, εκεί άκουσα απ’ το στόμα του μπάρμπα - Γιάννη, του απλού τσοπάνη που σ' όλη του τη ζωή βόσκει τα πρόβατα του, τη μαγική κουβέντα:
«Και τι έχουν κάνει, παιδί μου, για μας αυτοί που μας κυβερνούν; Τίποτα. Μόνον την πάρτη τους κοιτάνε και μας δουλεύουν όλους…»