Σάββατο, 4 Απριλίου 2009

Ο... γραφιάς



Σ' ένα βράχο καθισμένος στην άκρη του βουνού, ατενίζω το πέλαγος - όσο φτάνει το μάτι μου - και κάτω το ψαροχώρι με τα καΐκια, άλλα στο λιμάνι αραγμένα και άλλα να πλησιάζουν. Κόσμος περπατά στην ακροθαλασσιά για βόλτα ή για ουζάκι σε μια απ' τις παραδοσιακές ψαροταβέρνες που είναι εκεί, χειμώνα καλοκαίρι, με ή χωρίς πελάτες και περιμένουν...
Σαν ζωγράφος που πέτυχε το καλύτερο τοπίο και θέλει για πάντα να το «φυλακίσει» στον καμβά του και μια σηκώνει το κεφάλι του και παρατηρεί και μια σκύβει στο καβαλέτο του, επιλέγοντας χρώμα και πινέλο κι ακουμπά την ψυχή του με την άκρη των δακτύλων του.
Αέναη προσπάθεια του γραφιά να προσπαθεί ν' αφήσει κάπου την ψυχή του, λες κι έχει ανάγκη να ορίσει το χώρο που κινείται, σαν τα σκυλιά που αφήνουν παντού τα σημάδια τους, οριοθετώντας το δικό τους χώρο, όπου απαγορεύεται να κινούνται άλλοι!
Ή ν' αδειάσει όσα η ψυχή του κουβαλά, αλλά σε μέρος απάγκιο, προφυλαγμένο απ' όσα κακά μπορούν να τη βλάψουν. Σαν να είναι στοίχημα - ποια ανάγκη, τάχα; - αν θα γυρίσει ποτέ να την αδειάσει για να μπορεί να δώσει κάτι από κείνον.
Είναι δικός μου ο βράχος αυτός! Ακούμπησα τα πόδια μου, τα χέρια μου, έγειρα το κεφάλι μου, σαν διάλειμμα, για να γεμίσει πάλι σκέψεις! Και πάλι το σήκωσα για να τ' αδειάσω πάνω στα χαρτιά μου.
Σαν έρωτας! Σαν χυμοί που εγκαταλείπουν τη θέση τους κενή σε άλλους που τη διεκδικούν και θέλουν να φύγουν με τη σειρά τους στο ίδιο ταξίδι....
Αδειάζεις την ψυχή σου και τη γεμίζεις πάλι! Γιατί άδεια δεν μπορεί να ζήσει και γεμάτη πάλι, βαραίνει και φουσκώνει. Είναι ζωντανή! Μιλά και θέλει να την προσέχουν: «Βοήθεια, μη μ' αφήσεις γεμάτη και… μη μ' αδειάσεις τελείως». Σαν τα παιδικά παιχνίδια στην άμμο με τα κουβαδάκια.
Και μη τολμήσεις να της πεις ότι βαριέσαι! Όση καλοσύνη κρύβει μέσα της, τόσο σκληρή μπορεί να γίνει όταν την προσβάλεις: «Εγώ είμαι εδώ, παρέα σου πάντα, όποτε κι όταν με χρειαστείς και το μόνο που σου ζητώ είναι να με σκέφτεσαι και να με φροντίζεις. Γιατί αρνείσαι ν' αγαπάς και να δίνεις;»
Και πώς να τ' αποτυπώσεις όλα αυτά στο χαρτί; Με ποιο τρόπο να δώσεις στις λέξεις το νόημα που θέλεις; Ποιες λέξεις ξέρει η ψυχή; Όσο και να 'ψαξα - κι έψαξα πολύ - δεν το βρήκα. Γιατί, πώς να γράψεις όλα αυτά που θέλει, αυτά που θέλεις, την ώρα που τα βλέπεις και τα νιώθεις; Μπορείς να κάνεις κάποιον κοινωνό αυτής της μοναδικής πραγματικότητας;
Γι' αυτό πολλές φορές δεν γράφω εκείνη την ώρα. Γιατί ξέρω πως θα περάσει και θέλω να γίνω ένα μαζί της· για να ζήσω σ' όλο του το μεγαλείο το «κάτι» της στιγμής που φεύγει κι όχι να το παρατηρώ αμέτοχος για να το μεταφέρω στα χαρτιά μου. Για να μη το διακόψω την ώρα που συμβαίνει και θέλω να το ζήσω, όσο μικρό ή όσο μεγάλο κι αν είναι. Κι όσες όμορφες λέξεις κι αν γράψω, εκείνη η στιγμή θα φύγει όπως ακριβώς ήρθε και δε θα προλάβω...

Τρίτη, 30 Δεκεμβρίου 2008

Όλες οι ευχές...




Όλες οι ευχές που θέλω να σας δώσω περιέχονται σε αυτή την εικόνα που δανείστηκα από τη Στέλλα.
Αν πρόκειται κάτι κάποτε να αλλάξει σ’ αυτό τον κόσμο, ας είναι ο τρόπος σκέψης εκείνων που κυβερνούν...
Για τους υπόλοιπους, μακάρι να γίνει αυτό σύντομα και να πάψουν να χάνονται άνθρωποι για τα συμφέροντα εκείνων που δεν έχουν ανάγκη να σκεφτούν αν θα βγάλουν μεροκάματο αύριο...
Καλή πρωτοχρονιά!

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2008

Η πέρδικα



Έχεις δει το χαριτωμένο περπάτημα της πέρδικας που, ξαφνιασμένη από τον παρείσακτο που εισέβαλε στο βασίλειό της, προσπαθεί φοβισμένη να τον αποφύγει;
Έχεις δει πώς περιμένει τα παιδιά της να την προλάβουν - μη μείνουν πίσω και τα βλάψει ο ίδιος παρείσακτος κι έπειτα έχει τύψεις για το κακό;
Έχεις δει πώς κοντοστέκεται και με πόση γλυκύτητα το μάτι της σε γδύνει από την κορυφή ως τα νύχια, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προσδιορίσει/καταλάβει τις διαθέσεις σου;
Έχεις μείνει άναυδος, άπρακτος, άφωνος, απολαμβάνοντας τον αμέτρητο συνδυασμό χρωμάτων, κίνησης και ζωντάνιας; Έχεις νιώσει τιποτένιος απέναντί της;
Την έχεις δει να φεύγει γράφοντας εκείνη τον επίλογο σ' αυτό το απρόσμενο αντάμωμα;
Εκείνη τη στιγμή τί χρειάζεσαι περισσότερο; Τη φωτογραφική σου μηχανή ή την καραμπίνα σου;
Έχεις δει αυτοκίνητα με ζευγαράκια που, μετά το «δείπνο», πετούν από το παράθυρο κουτιά πίτσας, χαρτιά από σουβλάκια, αλουμινόχαρτα από μακαρονάδες και κουτάκια από αναψυκτικά;
Έχεις δει μετά τον «απόδειπνο» να πετούν και τα προφυλακτικά και τα κουτάκια και τα χαρτομάντηλα;
Έχεις δει φορτηγάκια να ανεβαίνουν στο βουνό κουβαλώντας στην καρότσα τους σκουπίδια, άχρηστες οικοσκευές, ψόφια κατοικίδια, μπάζα, κουβέρτες, χαρτιά, σακούλες και να τα αδειάζουν όπου τους βολεύει;
Εκείνη τη στιγμή τί χρειάζεσαι περισσότερο; Τη φωτογραφική σου μηχανή ή την καραμπίνα σου;
Έχεις δει εκείνους που ανεβαίνουν στο βουνό το πρωί της Κυριακής για να περπατήσουν, να απολαύσουν το πανέμορφο - κατά τ' άλλα - τοπίο; Κι εκείνους που πάνε με τη μοτοσυκλέτα τους να κατακτήσουν την κορυφή του και να επιστρέψουν ανανεωμένοι αργότερα;
Έχεις δει το κομμένο καβούκι της χελώνας που -μάλλον τυχαία - επέζησε και το φόβο ζωγραφισμένο στα μάτια της όταν σε βλέπει να ζυγώνεις - χωρίς να το ξέρεις - κοντά της;
Έχεις ρωτήσει το βουνό, τί χρειάζεται περισσότερο; Τί το ενοχλεί;
Έχεις ακούσει τη φωνή της φύσης;
Έχεις προσπαθήσει να κρατήσεις την ανάσα σου για να αφουγκραστείς και την πιο μικρή νότα της, αποδίδοντας σεβασμό στο τραγούδι της, φοβούμενος μη διακόψει;
Έχεις νιώσει παραβάτης αυτής της απόλυτης συμφωνίας;
Έχεις φωνάξει ποτέ: «Ρέεε, αυτό το βουνό είναι δικό μας, δικό μου...»;

Έχεις δει το παράπονο της πέρδικας;

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2008

Μια βόλτα στο βουνό...

Αυτή την Κυριακή κάντε κάτι διαφορετικό: τολμήστε να κάνετε μία βόλτα στο βουνό. Αφήστε για λίγο την απομόνωση της πόλης και περπατήστε στους δρόμους του βουνού για όση ώρα θέλετε, με μοναδικά εφόδια λίγο νερό και κέφι για κάτι άλλο. Ίσως και την εφημερίδα σας και, αν θέλετε να μείνετε περισσότερο, κάτι φαγώσιμο για πρωινό.
Ξυπνήστε λίγο νωρίτερα για να προλάβετε να δείτε τον ήλιο να ανεβαίνει. Για να αναπνεύσετε τον αέρα που κατεβάζει μαζί του την πρωινή δροσιά, το ξύπνημα.
Φορέστε τη φόρμα σας ή ό,τι πιο απλό θέλετε. Κανείς δε θα σας κατηγορήσει γι' αυτό. Και έτσι λιτά, αφήστε τη φύση να σας δείξει το δρόμο.
Περπατήστε όλο και πιο ψηλά, εκεί που δεν ακούγονται οι θόρυβοι της πόλης και αφουγκραστείτε τους θορύβους του βουνού...
Σταματήστε όταν κουραστείτε. Δεν υπάρχει βία. Κανείς δε σας πιέζει για τίποτα. Κι όποτε θέλετε, επιστρέψτε. Αν πάλι συνεχίσετε, απολαύστε τη θέα από όποιο σημείο βρίσκεστε.
Μη νομίζετε πως θα είστε μόνοι σας. Θα δείτε πολλούς να περπατάνε στην ίδια ή στην αντίθετη κατεύθυνση. Άλλοι μάλιστα, τρέχουν. Μη διστάσετε να τους πείτε μια χαμογελαστή “καλημέρα”. Ίσως και να μην προλάβετε γιατί θα σας πουν εκείνοι. Νιώστε την ανάγκη να πείτε μια καλημέρα σε κάποιον άγνωστο. Μπορείτε να συζητήσετε μαζί τους. Έχετε πολλά να πείτε ξεκινώντας από τον... καιρό.
Και όσο περισσότερο όμορφα αισθάνεστε τόσο περισσότερο θα θέλετε να περπατάτε. Να φτάσετε εκεί που ίσως δεν έχετε ξαναπάει. Τα όρια τα βάζετε εσείς. Τολμήστε!
Πάρτε μαζί και τα παιδιά σας. Αφήστε τα να πάνε όπου θέλουν. Να παίξουν κυνηγητό, μπάλα. Ευκαιρία για καλύτερη επαφή μαζί τους.
Πάρτε μαζί τους φίλους ή συγγενείς σας. Ανακαλύψτε μαζί τις ομορφιές του βουνού. Εκείνοι που μένουν στο κέντρο της Αθήνας μας ζηλεύουν, επειδή έχουμε το προνόμιο να ζούμε δίπλα στο βουνό. Ας το εκμεταλλευτούμε και ας τους φέρουμε κι εκείνους μαζί μας...
Και παρ' όλο που θα έχετε περπατήσει αρκετά, δεν θα είστε κουρασμένοι. Το αντίθετο· θα είστε ανάλαφροι επειδή κάνατε κάτι που ίσως δεν τολμήσατε να κάνετε μέχρι σήμερα. Εξάλλου το οξυγόνο θα σας ωφελήσει σίγουρα...
Και αν αυτή την Κυριακή κάνει κρύο ή βρέχει, υπάρχουν κι άλλες Κυριακές. Αν μάλιστα τύχει να έχει βρέξει την προηγούμενη μέρα, απολαύστε τη βόλτα με όλες σας τις αισθήσεις.
Αν ανήκετε σε αυτούς που ξενυχτάνε τα βράδια του Σαββάτου και άρα την Κυριακή δεν ξυπνούν νωρίς, ε, γι' αυτό αξίζει μια αλλαγή. Τολμήστε να κάνετε κάτι διαφορετικό.

Σάββατο, 4 Οκτωβρίου 2008

Η ζωή...

Κείνη τη μέρα την έβριζα απ’ το πρωί. Λες κι ήταν εχθρός! Λες κι έφταιγε εκείνη για όλες τα αναπάντεχα στραβά! Κι ήταν - πράγματι - μια μέρα με τις περισσότερες αναποδιές! Νευριασμένος, ξεστόμιζα το παράπονο, ανάμικτο με δόση αγανάχτισης κι απελπισίας μαζί, απ' το πρωί: «Πουτάνα ζωή...»!
Το ίδιο βράδυ την είδα στον ύπνο μου. Περπατούσα - λέει - σ' ένα δρόμο χωμάτινο, με πανύψηλα δέντρα στις άκρες του και φωτισμό λιγοστό. Θαρρώ πως είχε καταχνιά. Κοντοστάθηκα μια στιγμή κι αφουγκράστηκα γύρω μου. Τότε την είδα να 'ρχεται προς το μέρος μου.
Δεν τρόμαξα! Τό'ξερα πως ήταν Αυτή. Μα, δε μπορούσα να διακρίνω τα χαρακτηριστικά της. Ούτε μπορώ τώρα να περιγράψω πως έμοιαζε! Δε μπόρεσα να ξεχωρίσω καν το χρώμα των μαλλιών της!
- Εγώ είμαι, μου είπε...
- Το ξέρω, απάντησα, προσπαθώντας να το παίξω ψύχραιμος...
- Ελα μαζί μου...
Λες κι είμαστε φίλοι κολλητοί από χρόνια, επικοινωνούσαμε μ'ένα κώδικα μοναδικό, που μόνο εμείς κατανοούσαμε!
Βαδίζαμε κατά τη μεριά που πήγαινα απ’ την αρχή. Δεν μιλούσαμε· η ζωή μιλά με το δικό της τρόπο. Σ' αφήνει να πας κοντά της και να πορευτείτε μαζί. Κι ούτε σε μαλώνει, ούτε σε συμβουλεύει, ούτε σε κρίνει. Είναι δικές σου οι αποφάσεις. Εκείνη, απλώς, είναι μαζί σου και σε συντροφεύει.
«Ο δρόμος είναι ίδιος ως το τέλος», είπε ξαφνικά και η φωνή της ήταν τόσο γλυκιά στ' αυτιά μου που αυθόρμητα ρώτησα: «Τί είπες;», σαν τάχα να μην είχα ακούσει καλά, έτσι, για να μιλήσει πάλι! Και συνέχισε:
«Έχει μικρότερα δρομάκια δεξιά κι αριστερά που αν θέλεις ακολουθείς και που πάλι σε βγάζουν στον κεντρικό δρόμο, λίγο πιο κάτω. Εγώ, θα έρχομαι πάντα μαζί».
«Το ξέρω», της απάντησα κι έκανα λίγο δεξιά, δείχνοντας πρόθεση να στρίψω στο επόμενο σοκάκι (πονηρά σκεπτόμενος), για να τη δοκιμάσω! Την τελευταία στιγμή έστριψα απότομα και συνέχισα να βαδίζω στον κεντρικό δρόμο. Με ακολούθησε σαν πιστός φίλος, σαν σκιά και συνέχισε πλάι μου.
Δε με ρώτησε γιατί άλλαξα πορεία. Δεν πονηρεύτηκε να σκεφτεί ότι την πείραξα. Μόνο συνέχισε να βαδίζει δίπλα μου αμίλητη!
- Γιατί δε λες κάτι; Πες ποιο είναι το σωστό! Βοήθα με! Μίλα
μου...
- Είμαι δική σου!
- Αυτό μόνο; Τίποτ' άλλο; Σαν γυναίκα κι εσύ, μυστήρια! Γρίφος δύσκολος κι ακατανόητος! Ένας γόρδιος δεσμός που δεν ξέρω πώς να τον λύσω! Ένα σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες και γερά νεύρα! Με κουράζεις!
Έκανα να σκύψω, να δω την έκφραση του προσώπου της, να καταλάβω αν την πείραξαν τα λόγια μου τόσο, όσο με πείραξαν εμένα τα δικά της. Επιτάχυνε το βήμα της κι απέφυγε τη ματιά μου!
Προσπαθούσα να τη φτάσω και απ' την αγωνία μου... ξύπνησα! Θυμωμένος, έφερα στο μυαλό μου απ’ την αρχή τη συνάντηση μας, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να κατανοήσω το βαθύτερο νόημα της· αν αυτό υπήρχε...

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Η βροχή μου...

Στην αγκαλιά του μ' έχει πάλι το βουνό!
Στην αγκαλιά του αφήνομαι κι εγώ να με κρατά σαν δεύτερος πατέρας. Βρέχει δυνατά. Είναι μια ακόμα σκοτεινή μέρα.
Ρυθμικά χτυπούν οι στάλες πάνω στ’ αμάξι μου, σαν να θέλουν να μπουν μέσα. Τί καλύτερη παρέα για να περάσει κι αυτή η ώρα;
Γέμισε το παρμπρίζ μου στάλες. Μέσα, νώτισαν τα τζάμια. Χάθηκε απ’ τα μάτια μου η πόλη• δε μπορώ να δω. Άλλες στάλες με ορμή σπρώχνουν βίαια τις πρώτες και κυλούν στο καπό. Όλες μαζί ενώνονται, σχηματίζουν ρυάκια και κυλούν. Ενώνονται στην ΚΑΤΗΦΟΡΑ!
Φλερτάρουν με τις διπλανές, αγκαλιάζονται σε ακανόνιστα σχήματα και αφήνονται. Προσκαλεί η μία την άλλη: «Έλα, πάμε. Αφήσου, το ταξίδι δεν τελείωσε»!
Χτυπιούνται, αλλάζουν δρόμο και τρέχουν. Δείχνουν να διασκεδάζουν σ' ένα πρωτότυπο και παράξενο παιχνίδι.
Λίγη ώρα νωρίτερα έσπασαν τα δεσμά τους, έκοψαν τον ομφάλιο λώρο κι αποχαιρέτησαν τη μητέρα - σύννεφο. Για ένα ταξίδι - το πρώτο και το τελευταίο - χωρίς επιστροφή. Κι έπεσαν πάνω μου• για να γράψουν τον επίλογο.
Οι υπόλοιπες πέφτουν δίπλα μου. Οι «δικές μου» σταγόνες φαίνεται πως ήταν τυχερές: κέρδισαν λίγο χρόνο ακόμα πριν γίνουν ένα με το χώμα και χαθούν μέσα του. Για να διασκεδάσουν και να παίξουν λίγο περισσότερο στο τζάμι μου.
Πατάω ξαφνικά το κουμπί και ο καθαριστήρας τις διώχνει όλες. Τις ΕΝΩΝΕΙ όλες πιο γρήγορα και χάνονται. Σε λίγο, άλλες πάλι γεμίζουν το τζάμι και το παιχνίδι συνεχίζεται.
- Εδώ παιδιά! Στ' αμάξι μου να έρθετε όλες! Μη χάνεστε ακόμα! Πάρτε και τη δική μου βροχή μαζί σας να παίξετε! Σύννεφο κι εγώ που βάρυνε πολύ. Χορέψτε όλες μαζί τον τελευταίο χορό ν' αλαφρώσω κι εγώ! Ελάτε, ελάτε να δούμε, πού βρέχει πιο πολύ; Έξω ή μέσα...;

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Πώς πάει...;


Ήταν ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό που λες και ήρθε για να μας ζητήσει «συγγνώμη» για τις πρόσφατες, ασταμάτη­τες και δυνατές βροχο­πτώσεις. Όλοι άρπαξαν τη μοναδική αυτή ευκαιρία και γέμισαν την παραλιακή καφετέρια για να βρεθούν με την παρέα τους και να απολαύσουν το καφεδάκι τους!
Με την ίδια αφορμή κι ε­γώ, είχα πιάσει από ώρα μια καλή θέση και προσπαθούσα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου. Παρατηρούσα τον κόσμο δίπλα μου με έντονο βλέμμα, προσπαθώντας να διαπε­ράσω την εξωτερική όψη τους και να δω βαθύτε­ρα! Η πιθανότητα να με παρεξηγήσουν ήταν δυνα­τή. Κανείς όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για μένα· ήταν όλοι προσηλωμένοι στις συζητή­σεις της παρέα τους και η παρουσία μου τους ή­ταν μάλλον αδιάφορη! Ωστόσο, καλά θα έκανα να είμαι πιο διακριτικός...
«Διασκέδαζα» αφάνταστα! Μέχρι τη στιγμή που το μάτι μου «έπιασε» ένα ερωτευμένο ζευγαράκι - όχι πάνω από 20 χρονών - που έμοιαζε να είναι στον δικό του κόσμο: εκείνος κοιτούσε εκείνη στα μάτια κι εκείνη εκείνον! Κρατούσε ο ένας τα χέρια του άλλου και μόνο τα χείλη τους κινούνταν!
Αστραπιαία, σαν περισκόπιο, έστρεψα το βλέμ­μα μου στους υπόλοιπους θαμώνες και τους... ε­πανεξέτασα: ένα ζευγάρι με τα δύο του μικρά παιδιά προσπαθούσε να τους επιβάλλει ησυχία για να ηρεμήσει λίγο, τρεις γυναίκες μόνες - γύρω στα 30, σκεφτικές κι αγέλαστες, σκότωναν την ώ­ρα τους, δύο καλοντυμένοι, άχρωμοι και άοσμοι κύριοι με γραβάτες, διάβαζαν οικονομικές εφημε­ρίδες και ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, στο κέντρο σχεδόν της σάλας, με σοβαρότητα συζητούσαν για τα χρόνια που πέρασαν, για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, για τα πράγματα που όλο αλλά­ζουν. Ήταν κι άλλες παρέες, πάνω - κάτω στα ίδια πλαίσια.
Τα μάτια μου, φωτογραφικές μηχανές, απαθα­νάτιζαν κάθε κίνηση σε όλο το χώρο· τ' αυτιά μου, κοριοί κατασκοπικοί, κατέγραφαν κάθε συνομιλία! Είχα στο χέρι το στυλό μου και κάθε τόσο, σκεπτι­κός και σοβαρός, κρατούσα σημειώσεις στο τε­τράδιο.
Κι αν οι συγγραφείς είναι κατά κάποιο τρόπο «κλέφτες» (κατά πως λένε μερικοί), κλέφτης αι­σθανόμουν κι εγώ εκείνη τη στιγμή! Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με ήρωες όλους αυ­τούς, που εκείνη την ώρα πίναμε καφέ μαζί!
Κατέγραψα όλες τις γκριμάτσες τους και κάθε τους κίνηση! Τους παρατηρούσα για ώρα πολλή. Και σκέφτηκα την πορεία μας. Την πορεία της ζω­ής μας. Της δικής μου οικογένειας, των συγγενών, των φίλων και των γνωστών.
Κι όταν πριν από λίγες μέρες βρέθηκα σε γενέ­θλια με πολλά φιλικά μου ζευγάρια, δεν κρατήθη­κα: «Παιδιά, πως πάει η ζωή σας;».