Κυριακή, 24 Αυγούστου 2008

Πώς πάει...;


Ήταν ένα ηλιόλουστο χειμωνιάτικο πρωινό που λες και ήρθε για να μας ζητήσει «συγγνώμη» για τις πρόσφατες, ασταμάτη­τες και δυνατές βροχο­πτώσεις. Όλοι άρπαξαν τη μοναδική αυτή ευκαιρία και γέμισαν την παραλιακή καφετέρια για να βρεθούν με την παρέα τους και να απολαύσουν το καφεδάκι τους!
Με την ίδια αφορμή κι ε­γώ, είχα πιάσει από ώρα μια καλή θέση και προσπαθούσα να συγκεντρώσω τη σκέψη μου. Παρατηρούσα τον κόσμο δίπλα μου με έντονο βλέμμα, προσπαθώντας να διαπε­ράσω την εξωτερική όψη τους και να δω βαθύτε­ρα! Η πιθανότητα να με παρεξηγήσουν ήταν δυνα­τή. Κανείς όμως δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται για μένα· ήταν όλοι προσηλωμένοι στις συζητή­σεις της παρέα τους και η παρουσία μου τους ή­ταν μάλλον αδιάφορη! Ωστόσο, καλά θα έκανα να είμαι πιο διακριτικός...
«Διασκέδαζα» αφάνταστα! Μέχρι τη στιγμή που το μάτι μου «έπιασε» ένα ερωτευμένο ζευγαράκι - όχι πάνω από 20 χρονών - που έμοιαζε να είναι στον δικό του κόσμο: εκείνος κοιτούσε εκείνη στα μάτια κι εκείνη εκείνον! Κρατούσε ο ένας τα χέρια του άλλου και μόνο τα χείλη τους κινούνταν!
Αστραπιαία, σαν περισκόπιο, έστρεψα το βλέμ­μα μου στους υπόλοιπους θαμώνες και τους... ε­πανεξέτασα: ένα ζευγάρι με τα δύο του μικρά παιδιά προσπαθούσε να τους επιβάλλει ησυχία για να ηρεμήσει λίγο, τρεις γυναίκες μόνες - γύρω στα 30, σκεφτικές κι αγέλαστες, σκότωναν την ώ­ρα τους, δύο καλοντυμένοι, άχρωμοι και άοσμοι κύριοι με γραβάτες, διάβαζαν οικονομικές εφημε­ρίδες και ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, στο κέντρο σχεδόν της σάλας, με σοβαρότητα συζητούσαν για τα χρόνια που πέρασαν, για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους, για τα πράγματα που όλο αλλά­ζουν. Ήταν κι άλλες παρέες, πάνω - κάτω στα ίδια πλαίσια.
Τα μάτια μου, φωτογραφικές μηχανές, απαθα­νάτιζαν κάθε κίνηση σε όλο το χώρο· τ' αυτιά μου, κοριοί κατασκοπικοί, κατέγραφαν κάθε συνομιλία! Είχα στο χέρι το στυλό μου και κάθε τόσο, σκεπτι­κός και σοβαρός, κρατούσα σημειώσεις στο τε­τράδιο.
Κι αν οι συγγραφείς είναι κατά κάποιο τρόπο «κλέφτες» (κατά πως λένε μερικοί), κλέφτης αι­σθανόμουν κι εγώ εκείνη τη στιγμή! Θα μπορούσα να γράψω ολόκληρο βιβλίο με ήρωες όλους αυ­τούς, που εκείνη την ώρα πίναμε καφέ μαζί!
Κατέγραψα όλες τις γκριμάτσες τους και κάθε τους κίνηση! Τους παρατηρούσα για ώρα πολλή. Και σκέφτηκα την πορεία μας. Την πορεία της ζω­ής μας. Της δικής μου οικογένειας, των συγγενών, των φίλων και των γνωστών.
Κι όταν πριν από λίγες μέρες βρέθηκα σε γενέ­θλια με πολλά φιλικά μου ζευγάρια, δεν κρατήθη­κα: «Παιδιά, πως πάει η ζωή σας;».