Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2008

Η βροχή μου...

Στην αγκαλιά του μ' έχει πάλι το βουνό!
Στην αγκαλιά του αφήνομαι κι εγώ να με κρατά σαν δεύτερος πατέρας. Βρέχει δυνατά. Είναι μια ακόμα σκοτεινή μέρα.
Ρυθμικά χτυπούν οι στάλες πάνω στ’ αμάξι μου, σαν να θέλουν να μπουν μέσα. Τί καλύτερη παρέα για να περάσει κι αυτή η ώρα;
Γέμισε το παρμπρίζ μου στάλες. Μέσα, νώτισαν τα τζάμια. Χάθηκε απ’ τα μάτια μου η πόλη• δε μπορώ να δω. Άλλες στάλες με ορμή σπρώχνουν βίαια τις πρώτες και κυλούν στο καπό. Όλες μαζί ενώνονται, σχηματίζουν ρυάκια και κυλούν. Ενώνονται στην ΚΑΤΗΦΟΡΑ!
Φλερτάρουν με τις διπλανές, αγκαλιάζονται σε ακανόνιστα σχήματα και αφήνονται. Προσκαλεί η μία την άλλη: «Έλα, πάμε. Αφήσου, το ταξίδι δεν τελείωσε»!
Χτυπιούνται, αλλάζουν δρόμο και τρέχουν. Δείχνουν να διασκεδάζουν σ' ένα πρωτότυπο και παράξενο παιχνίδι.
Λίγη ώρα νωρίτερα έσπασαν τα δεσμά τους, έκοψαν τον ομφάλιο λώρο κι αποχαιρέτησαν τη μητέρα - σύννεφο. Για ένα ταξίδι - το πρώτο και το τελευταίο - χωρίς επιστροφή. Κι έπεσαν πάνω μου• για να γράψουν τον επίλογο.
Οι υπόλοιπες πέφτουν δίπλα μου. Οι «δικές μου» σταγόνες φαίνεται πως ήταν τυχερές: κέρδισαν λίγο χρόνο ακόμα πριν γίνουν ένα με το χώμα και χαθούν μέσα του. Για να διασκεδάσουν και να παίξουν λίγο περισσότερο στο τζάμι μου.
Πατάω ξαφνικά το κουμπί και ο καθαριστήρας τις διώχνει όλες. Τις ΕΝΩΝΕΙ όλες πιο γρήγορα και χάνονται. Σε λίγο, άλλες πάλι γεμίζουν το τζάμι και το παιχνίδι συνεχίζεται.
- Εδώ παιδιά! Στ' αμάξι μου να έρθετε όλες! Μη χάνεστε ακόμα! Πάρτε και τη δική μου βροχή μαζί σας να παίξετε! Σύννεφο κι εγώ που βάρυνε πολύ. Χορέψτε όλες μαζί τον τελευταίο χορό ν' αλαφρώσω κι εγώ! Ελάτε, ελάτε να δούμε, πού βρέχει πιο πολύ; Έξω ή μέσα...;